ΟΝΟΜΑ: Μάρκος Γαβράς του Ιάκωβου και της Ευαγγελίας – γιός του Ιάκωβου Μ. Γαβρά (1907-1979) και πατέρας των Ιάκωβου (Γιακουμή) Μ. Γαβρά (1990) και Γεωργίου Μ. Γαβρά (1994)
ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ: Χώρα Αμοργού
ΤΟΠΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ: Αθήνα
ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ: Αμοργός
ΣΥΖΥΓΟΣ / ΓΕΝΟΣ: Μαρία / Γεωργίου Πρασίνου
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: Δημοτικός Υπάλληλος
ΟΡΓΑΝΟ: Βιολί, Λαούτο, Τραγούδι
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Μάρκος Γαβράς ήταν βιολιστής, λαουτιέρης και τραγουδιστής, με ενεργή παρουσία στα μουσικά δρώμενα της Αμοργού από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Γεννήθηκε και έζησε στη Χώρα Αμοργού. Από παιδί μεγάλωσε σε σπίτι όπου υπήρχαν όργανα (βιολί, λαούτο, μαντολίνο, κιθάρα) και άκουγε τον πατέρα του να παίζει σε γάμους, πανηγύρια και αποκριάτικα γλέντια. Χαρακτηριστική παιδική του μνήμη είναι ότι, επιστρέφοντας από το δημοτικό, πήρε κρυφά το βιολί του πατέρα του και έπαιξε μια φράση από σχολικό τραγούδι· η στιγμή αυτή φαίνεται πως επιβεβαίωσε στον πατέρα του το μουσικό του «αφτί» και τη φυσική του κλίση.
Ο πατέρας του, Ιάκωβος M. Γαβράς, ήταν ερασιτέχνης μουσικός και έπαιζε βιολί, λαούτο, μαντολίνο και κιθάρα. Εργάστηκε στην Αθήνα προπολεμικά και μεταπολεμικά, συνταξιοδοτήθηκε σχετικά νωρίς και επέστρεψε στην Αμοργό, όπου παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία· απέκτησε τον Μάρκο περίπου στα 55 του. Παρότι ο Μάρκος δεν πρόλαβε να μαθητεύσει συστηματικά κοντά του (ο πατέρας του πέθανε λίγους μήνες μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο), τον θυμάται ως μουσικό με ευρύτερες γνώσεις: αυτοσχεδίαζε στο λαούτο, έπαιζε βαλς, ρεμπέτικα, ακόμη και επτανησιακούς σκοπούς. Σημαντικό πρόσωπο της οικογενειακής μνήμης είναι και η αδελφή του πατέρα του, Άννα Γαβρά, η οποία—κατά μαρτυρίες παλαιότερων—ήταν ιδιαίτερα κοινωνική, με «δυνατή» φωνή και εξαιρετική δεξιοτεχνία στο μαντολίνο.
Μετά την εφηβεία του, ο Μάρκος Γαβράς αναγκάστηκε να φύγει από την Αμοργό για να συνεχίσει τις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου/λυκείου εκτός νησιού. Επιστρέφοντας, και ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του, καθοριστική αφορμή για να ξεκινήσει συστηματικά υπήρξε μια κασέτα με ηχογράφηση γλεντιού στη Χώρα, όπου άκουσε τον πατέρα του να παίζει βιολί. Με οδηγό αυτό το άκουσμα και με πολύωρη καθημερινή προσπάθεια επιχείρησε να «αντιγράψει» το παίξιμο, διαπιστώνοντας έμπρακτα ότι διαθέτει ιδιαίτερα καλό αφτί. Παράλληλα στράφηκε στο λαούτο με καθοδήγηση του Λεωνίδα Γ. Βλαβιανού (λαουτιέρη/τραγουδιστή και συνεργάτη του πατέρα του), από τον οποίο έμαθε τον «αμοργιανό τρόπο» συνοδείας και διαχείρισης της μελωδίας (ρυθμός, τρίλιες/διπλοτρίλιες και εκτέλεση σκοπού στην κάτω χορδή του λαούτου). Όσα κατέκτησε στο λαούτο τα μετέφερε στη συνέχεια στο βιολί, αξιοποιώντας επίσης το χαρακτηριστικό αμοργιανό κούρδισμα «αλά τούρκα» (Σολ–Ρε–Λα–Ρε), το οποίο θεωρούσε κομβικό στοιχείο του τοπικού ηχοχρώματος.
Η πρώτη του δημόσια/επαγγελματική εμφάνιση έγινε το 1981, όταν έπαιξε σε καφενείο της Χώρας με τον συντοπίτη του βιολιστή και τραγουδιστή Γιώργο Α. Νομικό («Καζαντζίδη»). Το γεγονός αυτό το περιέγραφε ως «βάπτισμα του πυρός» και αφετηρία για να αποκτήσει προσωπική αυτοπεποίθηση υπηρετώντας το αμοργιανό ύφος. Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν συμμετείχε σε πανηγύρια και γλέντια, υπηρετώντας κυρίως το τοπικό ρεπερτόριο και τις τεχνικές παιξίματος που συνδέονται με αυτό.
Σημαντικός σταθμός στη μουσική του εξέλιξη υπήρξε η γνωριμία του, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τον φιλόλογο και γνώστη μουσικής Θεόδωρου Κουτσοβαγγέλη, ο οποίος δίδαξε σε μαθητές (και στον ίδιο) βασικά στοιχεία ανάγνωσης, μέτρου και μουσικής γραφής. Με τη βοήθειά του βελτίωσε την τεχνική του, συμμετείχε σε συναυλιακή δραστηριότητα και άνοιξε το ρεπερτόριό του προς το έντεχνο/σύγχρονο ελληνικό τραγούδι (Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Μαρκόπουλος κ.ά.). Αργότερα, παρακολούθησε και αξιοποίησε τη γνώση και τη δισκογραφική παρουσία του συνομήλικού του Νικολάου Δ. Οικονομίδη (βιολιστή και τραγουδιστή από τη Σχοινούσα), τον οποίο αντιμετώπιζε ως σημείο αναφοράς, παραμένοντας ωστόσο προσηλωμένος στο δικό του ύφος.
Παράλληλα με την κοσμική μουσική, καλλιέργησε και τη βυζαντινή μουσική: από παιδί άκουγε ραδιοφωνικές μεταδόσεις από τη Μητρόπολη Αθηνών και ιδιαίτερα τον Πρωτοψάλτη Σπύρο Περιστέρη, τον οποίο αργότερα γνώρισε και προσωπικά. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 άρχισε να ψάλλει στην εκκλησία, σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος, με κύριο εργαλείο το αφτί και τη μνήμη. Το 2001, με αφορμή την υποδοχή της εικόνας της Χοζοβιώτισσας στην Αθήνα, έψαλλε στη Μητρόπολη Αθηνών στο δεξί αναλόγιο, εμπειρία που ο ίδιος περιέγραφε ως κορυφαία.
Στη μουσική του σκέψη υπογράμμιζε τη συγγένεια ανάμεσα σε δρόμους/ήχους της βυζαντινής μουσικής και σε αμοργιανούς σκοπούς (π.χ. αντιστοιχίσεις της αμοργιανής μαντινάδας με τον πρώτο ήχο και του «θερμιώτικου» με τον δεύτερο), χωρίς να ταυτίζει το τραγούδι με την ψαλτική τέχνη. Για το τοπικό ρεπερτόριο θεωρούσε ότι, ακόμη κι αν πολλοί σκοποί έχουν ρίζες εκτός Αμοργού (Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη κ.λπ.), έχουν «μπολιαστεί» στο νησί και αποτελούν πλέον τοπικό ρεπερτόριο μέσα από το ιδιαίτερο ύφος εκτέλεσης και την κοινωνική τους λειτουργία στα πανηγύρια της Αμοργού.
Ήταν παντρεμένος με τη Μαρία Πρασίνου και πατέρας δύο παιδιών, του Γιακουμή και του Γιώργου, οι οποίοι, αξιοποιώντας τις εμπειρίες από τον πατέρα τους και τον ευρύτερο κύκλο μουσικών της Αμοργού, συνεχίζουν την οικογενειακή παράδοση, ασχολούμενοι επαγγελματικά με τη μουσική.
